ζουπώ

ζουπώ
(α) см. ζουπάω

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ζουπώ" в других словарях:

  • ζουπώ — άω και ζουπίζω ζουλάω, πιέζω, συνθλίβω. [ΕΤΥΜΟΛ. ζουπίζω < *διοπίζω «βγάζω τον οπό (χυμό)». Ο τ. ζουπώ μεταπλασμένος ενεστ. τού ζουπίζω (πρβλ. ζουλίζω ζουλώ, σκορπίζω σκορπώ κ.λπ.)] …   Dictionary of Greek

  • ζουπάω — και ζουπώ και ζουπίζω ζούπησα και ζούπηξα, ζουπήχτηκα, ζουπηγμένος 1. πιέζω ισχυρά: Ζούπα το φελλό να πέσει μέσα στο μπουκάλι. 2. συνθλίβω για εξαγωγή χυμού: Ζουπώ το λεμόνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αζούπητος — και ηχτος, η, ο [ζουπώ] ο αζούπιστος …   Dictionary of Greek

  • ζουπίζω — βλ. ζουπώ …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»